ΕΙΔΗΣΕΙΣ

25/3/15

Δημόσια υγεία και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κατά την διάρκεια της Επανάστασης του 1821


Η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στην διάρκεια του αγώνα το 1821

του Αλέξανδρου Γιατζίδη, M.D.

Οι συνεχείς, προσπάθειες και πρωτοβουλίες στήριξης της επανάστασης με τη δημιουργία οργανωτικών δομών και την εξασφάλιση πόρων και εφοδίων δεν περιελάμβαναν ιδιαίτερη μέριμνα για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των μαχητών και την ιατροκοινωνική προστασία των αμάχων.
Κατά τα τελευταία χρόνια της προεπαναστατικής περιόδου ο αριθμός των ιατρών, που εξυπηρετούσε τις ανάγκες 1.000.000 περίπου κατοίκων, δεν υπερέβαινε τους 90. Μετά την επανάσταση και με την άφιξη στην Ελλάδα Ελλήνων και φιλελλήνων ιατρών από το εξωτερικό ο συνολικός αριθμός τους ουδέποτε υπερέβη τους 500, ενώ οι υπάρχουσες ανάγκες λόγω του πλήθους των τραυματιών από τις πολεμικές διενέξεις και των ασθενών από την εκδήλωση επιδημιών υπήρξαν τεράστιες. Τα δεδομένα αυτά, τα οποία είναι άξια κριτικής προσέγγισης και ανάλυσης, αναδεικνύουν τις τραγικές συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθη ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821 και αποδεικνύουν το μεγαλείο της ψυχής και την πίστη στην ελευθερία του σκλαβωμένου έθνους.
Οι συνθήκες υγιεινής διαβίωσης, ένδυσης και διατροφής, της συντριπτικής πλειοψηφίας των υπόδουλων Ελλήνων, θα μπορούσαν να αξιολογηθούν ως υποβαθμισμένες και να χαρακτηριστούν ως άθλιες την περίοδο της διεξαγωγής του αγώνα για την ελευθερία.
Οι παράγοντες, που συνεισέφεραν στη συνεχή υποβάθμιση της δημόσιας υγείας στα χρόνια της εθνικής παλιγγενεσίας αφορούσαν στις απρογραμμάτιστες και αλλεπάλληλες μετακινήσεις των αγωνιστών, στον αναγκαστικό συνωστισμό πληθυσμιακών ομάδων σε αστικά κέντρα, στις συχνές πολιορκίες πόλεων και οχυρών και στις συνεχείς πολεμικές αντιπαραθέσεις, που συνεπάγονταν αφενός ταλαιπωρίες, σε βαθμό ψυχοσωματικής εξόντωσης και αφετέρου έλλειψη πόσιμου νερού, τροφίμων, φαρμάκων και άλλων εφοδίων. Επιπρόσθετα, σε ορισμένες περιοχές της χώρας το υγρό κλίμα και το γεωφυσικό περιβάλλον ευνοούσαν την εκδήλωση επιδημιών, που επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την ήδη δυσμενή κατάσταση των αγωνιστών και των οικογενειών τους. Η διατροφή των αγωνιζομένων Ελλήνων περιλάμβανε κυρίως ψωμί, παξιμάδια, βρασμένο καλαμπόκι και σπανιότερα κρέας και ψάρια. Περιελάμβανε, επίσης, κρασί και ρακή, ενώ το λάδι, φαίνεται, ότι ήταν το μόνο προϊόν διατροφής, που υπήρχε σε επάρκεια καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα.
Η ακατάλληλη διατροφή προκαλούσε δυσεντερία, που εξαντλούσε ακόμη περισσότερο τους αποδυναμωμένους οργανισμούς των αγωνιστών του 1821, ενώ έκδηλα ήταν τα συμπτώματα αβιταμινώσεων, κυρίως από την έλλειψη της βιταμίνης C, που προκαλούσε σκορβούτο.
Η πρόσβαση σε αποθέματα υγιεινού πόσιμου νερού ήταν συχνά προβληματική, είτε γιατί δεν επαρκούσαν οι διαθέσιμες ποσότητες για τις υφιστάμενες ανάγκες, είτε γιατί ο εχθρός κυρίευε τις πηγές υδροδοσίας και ανέκοπτε την ύδρευση πόλεων και περιοχών, που τελούσαν υπό τον έλεγχο των Ελλήνων.
Τα νερά των πηγαδιών μολύνονταν είτε προσχεδιασμένα από τους μαχητές της ελευθερίας, για να μη χρησιμοποιούνται από τους Τούρκους, είτε με τα χάλκινα σκεύη, τα οποία έρριπταν οι Έλληνες στα πηγάδια για να τα κρύψουν, ιδιαίτερα την περίοδο της εκστρατείας του Δράμαλη. Συχνά, τα διάφορα λάφυρα και ιδιαίτερα τα ενδύματα που έπαιρναν οι ρακένδυτοι αγωνιστές από τους νεκρούς αντιπάλους τους αποτελούσαν αιτίες σοβαρών λοιμώξεων που εξελισσόταν σε θανατηφόρες.
Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αρκετοί νέοι από διάφορες περιοχές της υπόδουλης Ελλάδος, προερχόμενοι σχεδόν αποκλειστικά από εύπορες αστικές οικογένειες, έσπευδαν σε πανεπιστήμια ευρωπαϊκών πόλεων για να σπουδάσουν, κατά προτίμηση Ιατρική, διότι κατά τον Κοραή «...θηριώδες έθνος εις μόνους τους ιατρούς αναγκάζεται να υποκρίνεται κάποιαν ημερότητα».
Τα πανεπιστήμια επιλογής των Ελλήνων για ιατρικές σπουδές ήταν κυρίως της Πάδοβας, της Παβίας, της Πίζας και της Βιέννης.
Οι πρακτικοί ή εμπειρικοί ιατροί ασκούσαν τη λεγόμενη «Δημώδη Ιατρική», κυρίως, στις ορεινές περιοχές της χώρας. Ήταν ιδιαίτερα επιδέξιοι στην ανάταξη εξαρθρημάτων και καταγμάτων, στην περιποίηση τραυμάτων και στην πραγματοποίηση μικροεπεμβάσεων, με συνέπεια να καλούνται και «ιατροχειρουργοί». Τους αποκαλούσαν, επίσης, «ιατρο- φαρμακοποιούς», γιατί, εκτός των ιατρικών πράξεων που επιτελούσαν, παρασκεύαζαν φάρμακα και συνέλεγαν βότανα, τα οποία χορηγούσαν, κατά περίπτωση, σε ασθενείς και τραυματίες.
Παράλληλα με τους επιστήμονες και τους πρακτικούς ιατρούς ασκούσαν ιατρικές πράξεις και χορηγούσαν φαρμακευτικά παρασκευάσματα, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, κομπογιαννίτες και τσαρλατάνοι.
Οι κομπογιαννίτες και οι τσαρλατάνοι ήταν ψευτογιατροί με ενδιαφέρον αποκλειστικά επικεντρωμένο στο οικονομικό όφελος και με τάση να περιαυτολογούν για τις θεραπευτικές τους επιτυχίες σε βαθμό τερατολογίας. Έφεραν ειδική ένδυση και κάλυπταν το κεφάλι τους με σαμαροκάλπακο στο οποίο τοποθετούσαν, εμφανώς, φάρμακα πρώτης ανάγκης.
Η παρεχόμενη υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη, κατά την περίοδο της εθνικής παλιγγενεσίας, ήταν ανάλογη με το υφιστάμενο επίπεδο των ιατρικών γνώσεων της εποχής. Ιατρικές πράξεις και διαδικασίες, όπως είναι η χορήγηση αναισθησίας, η μετάγγιση αίματος, η ασηψία, η αντισηψία και άλλες, ήταν παντελώς άγνωστες και η συνεισφορά του υγειονομικού προσωπικού στην περίθαλψη των τραυματιών και των ασθενών υποτυπώδης.
Στα πεδία των μαχών οι ελαφρά τραυματισμένοι ετύγχαναν φροντίδας, επί τόπου, από τους συμπολεμιστές τους, ενώ οι φέροντες βαριά τραύματα διακομίζονταν προς νοσηλεία σε μοναστήρια και αργότερα σε υποτυπώδη νοσοκομεία, τα οποία εν τω μεταξύ είχαν αρχίσει να συγκροτούνται.
Η φροντίδα των τραυμάτων περιλάμβανε καθαρισμό της εξωτερικής τους επιφάνειας με ρακή και εισαγωγή στο εσωτερικό τους αλοιφής παρασκευασμένης από λεύκωμα αυγού αναμεμιγμένου με κοινό λάδι και ρακή. Στη συνέχεια ετίθετο επί του τραύματος αλοιφή παρασκευασμένη από σαπούνι και ρακή και ακολουθούσε, κατά διαλείμματα η επίβρεξή του με ρακή, που φαίνεται ότι ήταν θεραπευτικό μέσο συνεχούς χρήσης. Η επίδεση του τραύματος, ανεξάρτητα του βαθμού της σοβαρότητάς του, πραγματοποιείτο με ταινίες υφάσματος και μικρά καλάμια ή νάρθηκες κατασκευασμένους από ξύλο ή ναστόχαρτο.
Για την αιμόσταση των μεγάλων αγγείων χρησιμοποιείτο πυρακτωμένο σίδερο, για την αιμόσταση των τριχοειδών οινόπνευμα, ενώ για τον έλεγχο των αιμοπτύσεων λόγω τραυμάτων του θώρακα χορηγείτο ζεσταμένο κρασί αναμεμιγμένο με κοινό βούτυρο.
Τα φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι επιστήμονες ιατροί και πολλοί από τους εμπειρικούς, ήταν κυρίως δρόγες (αλόη, θεριακή, κάρδαμο, κίνα, πιπερόριζα, σαμπούκο, σαρκοτρόφι, σίλφιο κ.ά.), η χρήση των οποίων ανάγεται στην εποχή του Διοσκουρίδη και η εντόπισή τους είναι εύκολη στη χλωρίδα της ελληνικής υπαίθρου. Ήταν, επίσης, ορισμένες φαρμακευτικές και χημικές ουσίες (άλας αψινθίας, βόραξ, γόμμα Αραβική, εμετική τρυξ, μίνιον, νίτριον, οξύμελι κ.ά.) και διάφορα σκευάσματα (balsamo di Tolu, elixir propriepatis, laudano di Barbaro κ.ά.), τα οποία προμηθεύονταν, όταν είχαν τη δυνατότητα, από την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τα Επτάνησα και την Τεργέστη.
Ολα τα παραπάνω αναδεικνύουν τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την περίοδο της επανάστασης του 1821 στο πεδίο της υγειονομικής περίθαλψης και φροντίδας των αγωνιστών της ελευθερίας. Για το λόγο αυτό η ευχή «Καλό βόλι» εξέφραζε, συν τοις άλλοις, και την επιθυμία για ένα γρήγορο, ανώδυνο και ηρωικό θάνατο.
Πηγές:
Χ. Βυζάντιος, Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατείαν και μαχών, ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός από του 1821 μέχρι του 1833, Αθήνα 1956.
Α. Αθανασόπουλος, Πελοποννήσιοι ιατροί κατά τον Ιερόν Αγώνα του 1821, Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά (1965).
Ε. Εμμανουήλ, Ιατροσόφια και Τσαρλατάνοι, Αρχεία Φαρμακευτικής (1938).




Τα προβλήματα υγείας των Ελλήνων κατά την διάρκεια του αγώνα το 1821 και τα πρώτα βήματα μετά

του Αλέξανδρου Γιατζίδη, M.D.


Οι συνεχείς, προσπάθειες και πρωτοβουλίες στήριξης της επανάστασης με τη δημιουργία οργανωτικών δομών και την εξασφάλιση πόρων και εφοδίων δεν περιελάμβαναν ιδιαίτερη μέριμνα για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των μαχητών και την ιατροκοινωνική προστασία των αμάχων.
Κατά τα τελευταία χρόνια της προεπαναστατικής περιόδου ο αριθμός των ιατρών, που εξυπηρετούσε τις ανάγκες 1.000.000 περίπου κατοίκων, δεν υπερέβαινε τους 90. Μετά την επανάσταση και με την άφιξη στην Ελλάδα Ελλήνων και φιλελλήνων ιατρών από το εξωτερικό ο συνολικός αριθμός τους ουδέποτε υπερέβη τους 500, ενώ οι υπάρχουσες ανάγκες λόγω του πλήθους των τραυματιών από τις πολεμικές διενέξεις και των ασθενών από την εκδήλωση επιδημιών υπήρξαν τεράστιες. Τα δεδομένα αυτά, τα οποία είναι άξια κριτικής προσέγγισης και ανάλυσης, αναδεικνύουν τις τραγικές συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθη ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821 και αποδεικνύουν το μεγαλείο της ψυχής και την πίστη στην ελευθερία του σκλαβωμένου έθνους.
Οι συνθήκες υγιεινής διαβίωσης, ένδυσης και διατροφής, της συντριπτικής πλειοψηφίας των υπόδουλων Ελλήνων, θα μπορούσαν να αξιολογηθούν ως υποβαθμισμένες και να χαρακτηριστούν ως άθλιες την περίοδο της διεξαγωγής του αγώνα για την ελευθερία.




Τα πρώτα βήματα για την δημόσια υγεία κατά την διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Τα νοσοκομεία του Ναυπλίου και ο ρόλος του Ιωάννη Καποδίστρια

Επιμέλεια Αλέξανδρος Γιατζίδης, M.D.

Η απουσία ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και κοινωνικής πρόνοιας ασθενών και τραυματιών έγινε ιδιαίτερα αισθητή στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Οι Έλληνες από τις πρώτες κιόλας μέρες του αγώνα της Ανεξαρτησίας είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από τους τραυματίες των μαχών και τους νοσούντες από επιδημικές και όχι μόνο ασθένειες. Αναπόφευκτα δηλαδή επακόλουθα των ανύπαρκτων μέτρων υγιεινής που χαρακτήριζαν τα στρατόπεδα των μαχητών και τις πόλεις που συγκεντρώνονταν οι πρόσφυγες.


Το Παλαμήδι και αριστερά κάτω, τμήμα του παλαιού Στρατιωτικού Νοσοκομείου, δεκαετία 1930

Σε κείμενα της εποχής συχνές είναι εξάλλου οι αναφορές για την εμφάνιση επιδημιών στην Πελοπόννησο, όπως η πανώλη, ο εξανθηματικός τύφος, η δυσεντερία, η χολέρα, η ευλογιά, οι οποίες στο πέρασμά τους προκαλούσαν περισσότερα θύματα ακόμα και από τις πολεμικές αναμετρήσεις. Παρά τη λήψη εκτάκτων μέτρων που έλαβαν οι προσωρινές κυβερνήσεις (1821-1827) και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1828-1831), τα καταστρεπτικά αποτελέσματα των επιδημιών δεν έλειψαν καθ’ όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων.
Ο Καποδίστριας, έχοντας σπουδάσει την ιατρική επιστήμη οργάνωσε τον τομέα της υγείας και δημιούργησε το πρώτο σύγχρονο λοιμοκαρθατήριο για τις κοινότητες που πλήττονταν από επιδημίες, όπως τύφο, ελονοσία, δυσεντερία. Έτσι κατόρθωσε και αντιμετώπισε με επιτυχία την πανώλη που έπληξε το Ναύπλιο, τις Σπέτσες και την Ύδρα, λαμβάνοντας επείγοντα και αποτελεσματικά μέτρα. Μερίμνησε και ιδρύθηκαν στον Πόρο το πρώτο ναυτικό νοσοκομείο (25-11-1829) με πρώτο διευθυντή τον αρχίατρο Χρονία Δροσινό το 1828 στις εγκαταστάσεις της Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου, το πρώτο ορφανοτροφείο του έθνους για τα ορφανά των πολεμιστών του αγώνα. Ίδρυσε τον πρώτο προσφυγικό καταυλισμό της χώρας στον οικισμό Πρόνοια στο Ναύπλιο για να στεγάσει τους πρόσφυγες που συνέρρεαν σ΄αυτό όταν απελεθευρώθηκε από τους Τούρκους. Τον οικισμό σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Στ. Βούλγαρης. Σκοπός του Καποδίστρια ήταν ν' αξιοποιήσει το ιατρικό δυναμικό, να είναι αποτελεσματική η περίθαλψη των πληγωμένων και των άλλων ασθενών αλλά και ο επισιτισμός του λαού: «Τούτο το παξιμάδιον φαίνεται μεν άσχημον, είναι όμως καλόν, το εδοκίμασα ο ίδιος, και δύναται να χρησιμεύση ως αρίστη τροφή εις ανθρώπους παντάπασιν ατρόφους».
Ο Ιωάννης Καποδίστριας προσπάθησε να ενημερώσει τους Έλληνες και να τους μεταφέρει τις ιατρικές γνώσεις της εποχής του με όρους εκλαϊκευμένης ιατρικής για τους κίνδυνους και την αποτελεσματική αντιμετώπιση των μεγάλων λοιμωδών νόσων. Περιέγραψε πως έγινε η πρώτη αποτελεσματική εκστρατεία εμβολιασμού του νεωτέρου Ελληνικού κράτους. Έγραψε ιατρικό άρθρο σχετικά με τον συνολικό αριθμό των εκφορητικών πόρων των ιδρωτοποιών αδένων. Μετέφρασε το γαλλικό έργο με τον τίτλο «Ιστορία της εισδρομής της χολέρας εις την Ευρώπη» που αφορούσε τις τρεις έως τότε γνωστές επιδημίας χολέρας, εξορμούμενης από Ινδίες στην Ευρώπη. Στο άρθρο του τονίστηκε η μεταδοτικότητα της νόσου, η παροδική της υποχώρηση με το ψύχος και η συμβολή των μεταφερόμενων στρατευμάτων στην εξάπλωσή της.
Από τις πλέον ευάλωτες στις λοιμικές νόσους περιοχές ήταν το Ναύπλιο, εξαιτίας των στρατευμάτων που στρατοπέδευαν στην πόλη και του άμαχου πληθυσμού που καθημερινά συνέρρεε εκεί επιζητώντας ασφάλεια. Η πόλη ως έδρα της Κυβέρνησης λογικό ήταν να τραβήξει την προσοχή των ιθυνόντων για τη λήψη κατάλληλων υγειονομικών μέτρων και νοσηλευτικής φροντίδας από την αρχή κιόλας του Αγώνα. Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε αναγκαίο να ιδρυθούν εθνικά νοσηλευτικά ιδρύματα – αρχικά στο Ναύπλιο- και να συγκροτηθούν υγειονομεία.
Η ίδρυση νοσοκομείου στο Ναύπλιο για την ίαση ασθενών και τραυματιών σημειώνεται από τους πρώτους κιόλας μήνες της απελευθέρωσης της πόλης (Μάρτιος 1823). Για να καλυφθούν μάλιστα οι ανάγκες – που συνεχώς αυξάνονταν- το εν λόγω ίδρυμα λειτουργούσε ως «κοινό», δηλαδή στους χώρους του συνυπήρχαν πολίτες και στρατιωτικοί. Η κοινή χρήση του νοσοκομείου προκύπτει από διάφορα έγγραφα, όπως το μηνιαίο οικονομικό απολογισμό για το μήνα Οκτώβριο (11.11.1825). Σύμφωνα με τον οποίο το ίδρυμα αποτελείτο από δύο τμήματα, το «νοσοκομείον των πληγωμένων» και το «νοσοκομείον των ασθενών». Από σχετική αλληλογραφία του Εκτελεστικού προς το Βουλευτικό γίνεται γνωστό πως το νοσοκομείο εξυπηρετούσε και τις ανάγκες του Τακτικού Σώματος.
Η νοσηλευτική κατάσταση στην πόλη διαφοροποιείται την καποδιστριακή περίοδο, αφού μέσα στο 1828 ο Κυβερνήτης δημιούργησε ξεχωριστά νοσοκομεία για τους πολίτες και τους στρατιωτικούς. Τα δύο νοσηλευτικά ιδρύματα που λειτούργησαν στο Ναύπλιο από το 1828 έως το 1832 ήταν το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας ή Νοσοκομείον του Κανονοστασίου των Πέντε Αδελφών και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας. Η ύπαρξή τους στην πόλη, σε συνδυασμό με τα υγειονομεία αποτελούν δείγματα της υγειονομικής πολιτικής που ο Καποδίστριας σκόπευε να εφαρμόσει σ’ ολόκληρη τη χώρα. Η παρούσα μελέτη ασχολείται με τα ανωτέρω ιδρύματα, καθώς δε θα πρέπει να μας διαφεύγει πως αυτά ήταν τα πρώτα κρατικά νοσοκομεία στον ελλαδικό χώρο.
Πρώτος γιατρός του πολιτικού νοσοκομείου, ήταν ο Γερμανός φιλέλληνας Φρειδερίκος Βολόης, ο οποίος μας πληροφορεί πως κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο νοσοκομείο (1823) περιέθαλψε περισσότερους από 400 ασθενείς.
Το κτίριο που στεγάστηκε το νοσηλευτικό ίδρυμα φαίνεται πως ήταν μικρό και σε περιοχή ακατάλληλη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις ενός νοσοκομείου. Τον επόμενο χρόνο (1825) η ανάγκη για άμεση μεταστέγαση του ιδρύματος έγινε επιτακτική, καθώς λόγω «επιδημικής και ολέθριας νόσου εζητήθη υπό της Κυβερνήσεως αντί της μέχρι τότε ως νοσοκομείον χρησιμευούσης οικίας να παραχωρηθεί ετέρα εις θέσιν καταλληλοτέραν και υγειοτέραν, ως τοιαύτη δε παρεχωρήθη η εις ην ήδη διατελεί το Νοσοκομείον, αναγνωρισθείσα ως ιδιοκτησία δημοτική υπό της Κυβερνήσεως».
Το 1825 γιατρός του νοσοκομείου διορίστηκε ο Γερμανός φιλέλληνας Η. Treiber, ο οποίος αργότερα (1828) έγινε διευθυντής στο στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης. Στη συνέχεια προσλήφθηκε και δεύτερος γιατρός, ο Ηπειρώτης Λουκάς Βάγιας, γιατρός του Αλή Πασά και του Βύρωνα. Υπολογίζεται πως το έτος αυτό νοσηλεύονταν καθημερινά στο νοσοκομείο περισσότεροι από 40 ασθενείς.


Η Πύλη του Στρατιωτικού Νοσοκομείου πάνω από τον Ψαρομαχαλά, δεκαετία 1930

Για τη συντήρηση του ιδρύματος και κατ’ επέκταση της εξασφάλισης της βιωσιμότητας του, η Κυβέρνηση επέβαλε ειδικούς φόρους. Στην οικονομική ενίσχυση του ιδρύματος συνέβαλλαν επίσης διάφορες συνδρομές πολιτών και έκτακτες εισφορές από την περιφορά ειδικού δίσκου βοηθείας στους ναούς της πόλης κατά τις εορτάσιμες ημέρες. Επειδή όμως οι παραπάνω πόροι θεωρήθηκαν ανεπαρκείς, με πρόταση του επιτρόπου του νοσοκομείου Πέτρου Περόγλου, προστέθηκε και ειδικός φόρος, ο οποίος επιβλήθηκε στους βιοτέχνες, στα μέλη του Βουλευτικού και Εκτελεστικού και στους υπουργούς. Αργότερα παραχωρήθηκαν για την οικονομική του ενίσχυση και έσοδα από την εκμίσθωση του δημοσίου στατήρα του Ναυπλίου και των Μύλων.
Στη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τον Καποδίστρια το νοσοκομείο ονομάστηκε Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου. Στα χρόνια της αρτιότερης οργάνωσης και λειτουργίας του νοσηλευτικού ιδρύματος (1827-1833) γιατρός – διευθυντής και επιστάτης του ήταν ο Λευκαδίτης χειρουργός Πέτρος Στεφανίτσης. Το νοσοκομείο χρησιμοποιήθηκε έως το Μάιο του 1832 για τη νοσηλεία φτωχών, ορφανών, καταδίκων, υποδίκων, πορνών, ξένων και αιχμαλώτων πολέμου. Παράλληλα με το κρατικό αυτό ίδρυμα στην πόλη υπήρχαν και γιατροί οι οποίοι επισκέπτονταν ιδιωτικά τους ασθενείς στα σπίτια τους, όταν οι τελευταίοι διέθεταν τα ανάλογα οικονομικά μέσα.
Το 1832 το νοσοκομείο παραχωρήθηκε – ή καλύτερα επιτάχθηκε- από τα γαλλικά συμμαχικά στρατεύματα για την κάλυψη των αναγκών του, τα οποία μετά την αναχώρηση τους το παράδωσαν στο Β. Φρουραρχείο. Έκτοτε το νοσοκομείο και έως το 1836 έπαυσε να λειτουργεί ως κρατικό νοσηλευτικό κατάστημα. Πρόβλημα ακόμη παραμένει ο προσδιορισμός της ακριβούς θέσης της πρώτης οικίας-νοσοκομείου, καθώς και οι επόμενες μεταστεγάσεις του. Περισσότερη σιγουριά υπάρχει για το κτίριο του Α’ Νοσοκομείου, το οποίο τοποθετείται έξω από τα όρια της τότε πόλης – στη σημερινή συνοικία του Ψαρομαχαλά- στους ΒΔ πρόποδες της Ακροναυπλίας και πάνω από τον προμαχώνα των Πέντε Αδελφών
ΠΗΓΗ: Νίκος Φ. Τόμπρος, Διδάκτωρ Ιστορίας, Επίκουρος Καθηγητής, Παν/μίου Πελοποννήσου Τμήμα Ιστορίας, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VI, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007.



Τυφλός τραυματίας, [1850], Εθνική Πινακοθήκη


Οι γιατροί και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν το 1821

του Αλέξανδρου Γιατζίδη, M.D.

Οι συνεχείς, προσπάθειες και πρωτοβουλίες στήριξης της επανάστασης με τη δημιουργία οργανωτικών δομών και την εξασφάλιση πόρων και εφοδίων δεν περιελάμβαναν ιδιαίτερη μέριμνα για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των μαχητών και την ιατροκοινωνική προστασία των αμάχων.
Κατά τα τελευταία χρόνια της προεπαναστατικής περιόδου ο αριθμός των ιατρών, που εξυπηρετούσε τις ανάγκες 1.000.000 περίπου κατοίκων, δεν υπερέβαινε τους 90. Μετά την επανάσταση και με την άφιξη στην Ελλάδα Ελλήνων και φιλελλήνων ιατρών από το εξωτερικό ο συνολικός αριθμός τους ουδέποτε υπερέβη τους 500, ενώ οι υπάρχουσες ανάγκες λόγω του πλήθους των τραυματιών από τις πολεμικές διενέξεις και των ασθενών από την εκδήλωση επιδημιών υπήρξαν τεράστιες.
Τα δεδομένα αυτά, τα οποία είναι άξια κριτικής προσέγγισης και ανάλυσης, αναδεικνύουν τις τραγικές συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθη ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821 και αποδεικνύουν το μεγαλείο της ψυχής και την πίστη στην ελευθερία του σκλαβωμένου έθνους.


Για το  ΕΚΑΒNews : Αλέξης Κιτσόπουλος





About " "

Το EKABNews έχει δημιουργηθεί και υποστηρίζετε από εργαζόμενους του ΕΚΑΒ με σκοπό την συγκέντρωση των δημοσιευμάτων που αφορούνε την υπηρεσία και όχι μόνο.. Η ενημέρωση των συναδέλφων , η παρουσίαση διάφορων θεμάτων που αφορούνε τον χώρο, η προβολή των τοπικών νέων ανά παράρτημα, αλλά και η γενικότερη προβολή του ΕΚΑΒ.. είναι μερικοί από τους στόχους της σελίδας. Ευχαριστούμε για την υποστήριξη!

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τους φίλους αναγνώστες:

ΟΧΙ SPAM,
ΟΧΙ GREEKLISH,
ΟΧΙ ΠΡΟΣΒΛΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παρακαλούμε το σχόλιό σας να είναι σχετικό με την παραπάνω ανάρτηση.
Γενικές απορίες μόνο στη σελίδα μας στο facebook.

 
Copyright © 2013 EKABNews